Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Πρόωρα τα περί θανάτου της Υπερδύναμης

Εξ αφορμής του Γεωργιανού, ακούσθηκαν και γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες οι συνήθεις ελληνικές υπερβολές. Η Αμερική δεν είναι πλέον υπερδύναμη. Η αφυπνιζόμενη από τη χειμέρια νάρκη ρωσική αρκούδα αποκάλυψε, υποτίθεται, την αμερικανική αποδυνάμωση. Με ορισμένους άφρονες μεταξύ μας να επιχαίρουν για την υποτιθέμενη αυτή αποκαθήλωση του υπερατλαντικού μας συμμάχου. Ευτυχώς όμως για τα καλώς νοούμενα ελληνικά και, γενικότερον, ευρωπαϊκά συμφέροντα, τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι. Για να παραφράσει κανείς τον Μαρκ Τουέιν, τα περί θανάτου της υπερδύναμης είναι άκρως υπερβολικά.
Και πρώτα-πρώτα, τι σημαίνει ο όρος υπερδύναμη; Ασφαλώς όχι παντοδυναμία. Η αντίληψη – αδιάφορο αν ορμάται από φιλική ή εχθρική διάθεση – ότι ΗΠΑ μπορούν τα πάντα και άρα ευθύνοντα και για τα πάντα, ανά την υφήλιο και ιδίως βέβαια στη γειτονιά μας, αποτελεί αποκύημα ελληνικής λαϊκής φαντασίας. Η ιδιαιτερότητα της υπερδύναμης συνίσταται απλούστατα στη συντριπτική υπεροχή της έναντι των λοιπών μεγάλων κρατών ως προς το σύνολο των βασικών συντελεστών εθνικής ισχύος. Ενδεικτικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν για τις ένοπλες δυνάμεις τους άνω των $600 δισεκατομμυρίων ετησίως, τη στιγμή που η αμέσως ακολουθούσα σε μέγεθος στρατιωτικών δαπανών Κίνα δηλώνει αμυντικό προϋπολογισμό της τάξης των $60 εκατομμυρίων (ενώ και οι πλέον εντόνως αμφισβητούντες τα επίσημα αυτά στοιχεία δέχονται ότι οι πραγματικές κινεζικές δαπάνες δεν υπερβαίνουν το διπλάσιο του ποσού αυτού). Και που ο αντίστοιχος ρωσικός προϋπολογισμός ανέρχεται επισήμως σε περίπου $40 δις – χωρίς, σύμφωνα με τις σοβαρότερες εκτιμήσεις, οι πραγματικές δαπάνες να τον υπερακοντίζουν κατά πολύ. Σε ανάλογα δε επίπεδα κινούνται και οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες του Ηνωμένου Βασιλείου (περί τα $60 δις), της Γαλλίας (περί τα $50 δις), της Ιαπωνίας (περί τα $44 δις) και της Γερμανίας (περί τα $35 δις). [Κύρια πηγή: The Military Balance 2008, International Institute of Strategic Studies]. Με την τεράστια αυτή αμερικανική επένδυση στην άμυνα να μεταφράζεται σε μια ποιοτικά ασυναγώνιστη στρατιωτική μηχανή.
Από την άλλη, η αμερικανική οικονομία παραμένει τριπλάσια της δεύτερης σε μέγεθος ιαπωνικής. Η αμερικανική επιστήμη και τεχνολογία εξακολουθούν να δεσπόζουν: Ανάλογα με τις μελέτες, οι ΗΠΑ διαθέτουν, μεταξύ άλλων, ετπά ή οκτώ από τα δέκα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο και 48% ή 68% από τα καλύτερα εκατό. [Πηγή: Fareed Zakaria, The Future of American Power, «Foreign Affairs», Μάιος-Ιούνιος 2008.] Και ο αμερικανικός πληθυσμός, σε αντίθεση με τον συρρικνούμενο και γηράσκοντα ευρωπαϊκό, ρωσικό ή ιαπωνικό, παρουσιάζει αξιοσημείωτο δημογραφικό δυναμισμό – οφειλόμενο εν πολλοίς στη μετανάστευση.
Η κρίση στον Καύκασο ουδόλως μετέβαλε τα δεδομένα αυτά. Κατέδειξε βέβαια ότι η ανασυγκροτούμενη Ρωσία του Πούτιν – όπως κάθε μεγάλη δύναμη – εννοεί να στηρίξει τα ζωτικά της συμφέροντα. Και, επίσης, έφερε στο φως λανθασμένους χειρισμούς της Ουάσινγκτον κατά τη διαχείριση των αμερικανικών σχέσεων με την Τιφλίδα – και πιθανότατα και με την ίδια τη Μόσχα. (Διότι και οι υπερδυνάμεις κάνουν λάθη – και μάλιστα περισσότερα απ’ ό,τι τα κοινά κράτη, λόγω του πολύ ευρύτερου κύκλου δραστηριοτήτων τους.)
Παρά ταύτα, η αντιμετώπιση της κρίσης από αμερικανικής πλευράς αποδεικνύεται – μέχρι στιγμής τουλάχιστον – σώφρων. Το γεωργιανό διακύβευμα δεν δικαιολογούσε – και δεν δικαιολογεί – τη διάρρηξη των δυτικών σχέσεων με τη Ρωσία. Και ασφαλώς όχι μια, έμμεση έστω, δια παρεμβολής τρίτων, πολεμική σύγκρουση με τη Μόσχα. Ένας βλακώδης υπολογισμός ενός περιφερειακού προστατευομένου – διότι όλα δείχνουν ότι περί αυτού πρόκειται – δεν νοείται να παρασύρει τον πάτρωνα σε ενέργειες ευθέως αντίθετες προς μείζονα συμφέροντά του. Όπερ εξηγεί και το ότι, παρά τον αντιρωσικό θόρυβο στα δυτικά και ιδίως στα αμερικανικά ΜΜΕ, τις καταδικαστικές της Ρωσίας τοποθετήσεις μεγάλου μέρους του δυτικού πολιτικού κόσμου – συμπεριλαμβανομένων και των δύο υποψηφίων για την αμερικανική προεδρία – και την αυστηρή γλώσσα και του ίδιου του προέδρου Μπους και των κύριων συνεργατών του προς την κατεύθυνση της Μόσχας, τόσο οι νατοϊκοί υπουργοί εξωτερικών κατά τη σύνοδό τους της 19ης Αυγούστου, όσο και η Ουάσινγκτον σε εθνικό επίπεδο, απέφυγαν επιμελώς να συγκεκριμενοποιήσουν τα αορίστως επισειόμενα δυτικά αντίμετρα κατά των πρόσφατων ρωσικών ενεργειών.
Θα ήταν, ωστόσο, λάθος ο ρεαλισμός της υπερδύναμης να εκληφθεί ως αδυναμία. Ενώ επιδεικνύουν αξιέπαινη αυτοσυγκράτηση ενώπιον της πανωλεθρίας που υπέστη ο καυκάσιος «στρατηγικός εταίρος» τους, οι Αμερικανοί χαράσσουν και τις κόκκινες γραμμές τους. Διότι, ναι μεν δεν πρόκειται να συνδράμουν τον κ. Σαακασβίλι να ανακαταλάβει δια των όπλων τη Νότια Οσετία και την Αμπχαζία – κατά πάσαν πιθανότητα οριστικά απωλεσθείσες, άλλωστε, μετά την άφρονα επίθεση της 7ης Αυγούστου – ούτε όμως είναι διατεθειμένοι να ανεχθούν την επιστροφή της Μόσχας σε παλαιότερες πρακτικές καθυπόταξης των γειτόνων της με την απειλή ή και τη χρήση στρατιωτικής βίας.
Εν προκειμένω, η αρχική αντίδραση του κ. Μπους στα γεγονότα της Νότιας Οσετίας είναι χαρακτηριστική: Ο Αμερικανός πρόεδρος προσήψε στους Ρώσους «υπεραντίδραση». Αναγνωρίζοντας έτσι εμμέσως το δικαίωμά τους να αποκρούσουν τον εισβολέα – αλλά και καταδικάζοντας την επέκταση των εχθροπραξιών πέραν της επίμαχης επαρχίας. Είναι δε ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο ότι η ρωσική ηγεσία, από την πλευρά της, έχοντας επιδείξει εμπράκτως την αποφασιστικότητά της, δεν ενέδωσε στον φυσικό πειρασμό να προχωρήσει στην κατάληψη της γεωργιανής πρωτεύουσας και την ανατροπή του καθεστώτος Σαακασβίλι, αλλά συμμορφώθηκε με την έμμεση αυτή αμερικανική προειδοποίηση, διαπραγματευόμενη – με τον κ. Σαρκοζί σε ανώτατο επίπεδο και παράλληλα και αθόρυβα σε υπηρεσιακό με την κυρία Ράις – ειρηνευτική συμφωνία προβλέπουσα την επιστροφή των εκατέρωθεν στρατιωτικών δυνάμεων στις βάσεις τους. (Με τους Ρώσους, πάντως, να διαθέτουν πλέον δικαίωμα περιπολίας σε εντός των ελεγχόμενων από τη Γεωργία εδαφών ζώνη επί των ορίων της Ν. Οσετίας.)
Το Γεωργιανό – με επίκεντρο την τύχη των δύο αποσχισθεισών επαρχιών και της νατοϊκής υποψηφιότητας της Τιφλίδας – θα εξακολουθήσει ασφαλώς να δοκιμάζει τις ρωσο-αμερικανικές και κατ’ επέκταση και τις ρωσο-δυτικές σχέσεις. Τις οποίες άλλωστε περιπλέκουν και άλλα επίμαχα ζητήματα, όπως το Ουκρανικό, το νατοϊκό αντιπυραυλικό σύστημα και η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Τα αγκάθια, όμως, αυτά δεν ακυρώνουν την αντικειμενική ανάγκη Μόσχα και δυτικές πρωτεύουσες να συνεχίσουν συνεργαζόμενες. Η Ρωσία χρειάζεται ηρεμία στο δυτικό της μέτωπο για να προωθήσει την εσωτερική της ανασυγκρότηση και οικονομική ανάπτυξη, να διαμορφώσει ικανοποιητικούς γεωπολιτικούς συσχετισμούς κατά μήκος των εκτεταμένων συνόρων της, και να διαδραματίσει ρόλο ανάλογο προς τα μεγέθη της στον ευρύτερο διεθνή χώρο. Και οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα έχουν κάθε συμφέρον να εξασφαλίσουν τη ρωσική σύμπραξη ή τουλάχιστον ανοχή για την αντιμετώπιση προβλημάτων όπως το Βορειοκορεατικό, το Ιρανικό, το Ιρακινό, το Μεσανατολικό και η ισλαμική τρομοκρατία.
Υπό το πρίσμα δε αυτό, τα περί νέου Ψυχρού Πολέμου φαντάζουν φραστικές υπερβολές. Ο Ψυχρός Πόλεμος συνίστατο στην αντιπαράθεση σε πλανητική κλίμακα δύο υπερδυνάμεων, με συγκρουόμενες ιδεολογίες και φιλοδοξίες παγκόσμιας επικράτησης, και με το δάκτυλο συνεχώς στην πυρηνική σκανδάλη. Η σημερινή Ρωσία, παρά το πάντα επίφοβο πυρηνικό της οπλοστάσιο, ούτε είναι, ούτε διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις για να ξαναγίνει, υπερδύναμη με την πλήρη έννοια του όρου. Πέραν τούτου, όχι μόνο δεν αποκλίνει ιδεολογικά από τον Δυτικό Κόσμο, αλλά αντιθέτως επιδιώκει να υιοθετήσει τους πολιτικούς και οικονομικούς του θεσμούς. Ενώ τα αμοιβαία συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Δύσης υπεραντισταθμίζουν τις μεταξύ των δύο διαφορές. Και άρα στοιχειώδης ρεαλισμός υπαγορεύει σε αμφότερες τις πλευρές την αναζήτηση συμβιβαστικών λύσεων για τις διαφορές αυτές – μακρυά από αδιέξοδη αυτοκρατορική νοσταλγία, σε ό,τι αφορά στη Μόσχα, και από επιζήμια γεωπολιτική αλαζονεία και μια, εν πολλοίς προσχηματική, δημοκρατική υπερευαισθησία, προκειμένου για τα μεγάλα δυτικά κέντρα αποφάσεων.


Του πρέσβεως ε.τ. Γ. Ε. Σέκερη

(Πήρα το άρθρο από το Strategy Geopolitics)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ

«Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΘΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ !»